Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2012

Ο θάνατος των Γιωργάκη Ολύμπιου και Ιωάννη Φαρμάκη...

Ο Φαρμάκης και ο Ολύμπιος πολεμούσαν γενναία κλεισμένοι στη Μονή Σέκου και απέκρουαν απεγνωσμένα τις αλλεπάλληλες τουρκικές επιθέσεις. Όταν έφτασε ο Σελίχ-πασας με άλλες 4 χιλιάδες στρατό ο Φαρμάκης, μην μπορώντας να συνεχίσει τον άνισο αγώνα, παρόλο ότι αντιστάθηκε 14 ολόκληρες ημέρες στη Μονή, παραδόθηκε με την πλειοψηφία των υπερασπιστών στους Τούρκους στις 23 Σεπτεμβρίου. Κατά την έξοδο του Φαρμάκη ο Γεωργάκης Ολύμπιος φώναξε "εγώ θα μείνω εδώ καί θα λιώσω. Σας ανοίγω ο ίδιος την πόρτα". 11 παλικάρια ακολούθησαν τον Γιωργάκη παίρνοντας ένα βαρέλι μπαρούτι καί ταμπουρώθηκαν στο καμπαναριό. Σε λίγο οι Τούρκοι ξεχύθηκαν στην αυλή του μοναστηριού, πλησίασαν το καμπαναριό καί προσπάθησαν να ανεβούν τα σκαλιά. Μια ισχυρή βροντή ανατίναξε το καμπαναριό και αφάνισε υπερασπιστές και επιτιθεμένους. Αυτοί που παραδόθηκαν εκτελέστηκαν. Ο Φαρμάκης στάλθηκε στην Πόλη όπου βασανίστηκε και τελικά αποκεφαλίστηκε.

(δημοτικό τραγούδι για τη μάχη στη μονή Σέκου)

Πέντε πασάδες κίνησαν από την Ιμπραΐλα,
στράτευμα φέρνουν περισσό, πεζούρα και καβάλα,
σέρνουν και τόπια δώδεκα και βόλια χωρίς μέτρο.
Έρχεται κι’ ο Τσαπάνογλους από το Βουκουρέστι,
έχει ανδρείο στράτευμα, όλο Γιανιτσαραίους,
στα δόντια σέρνουν τα σπαθιά, στα χέρια τα τουφέκια.
Τότ’ ο Γιωργάκης φώναξε ν’ από το μοναστήρι:
- Πού είστε, παλικάρια μου, λεβέντες μ’ ανδρειωμένοι,
γλήγορα ζώστε τα σπαθιά, πάρετε τα τουφέκια,
πιάστε τον τόπο δυνατά, πιάστε τα μετερίζια,
ότι Τουρκιά μας πλάκωσε και θέλει να μας φάη.
Δίχως ψωμί, δίχως νερό, τρεις μέρες και τρεις νύχτες,
βαριά βαρούσαν τον εχθρό κάτου στο Κομπουλάκι.
Τούρκων κεφάλια έκοψαν και δυο και τρεις χιλιάδες.
Και ο Φαρμάκης φώναξεν από το μοναστήρι:
Αφήστε τα τουφέκια σας, σύρετε τα σπαθιά σας,
γιουρούσι απάνω κάμετε, στον Άη Λιάν εβγήτε.
Οι Τούρκοι το εχάρηκαν, τρέχουν στο μοναστήρι.
Τότ’ ο Φαρμάκης, ζωντανός, φώναξ’ από του Σέκου:
-Που είσαι, Γιώργο μ’, αδερφέ και πρώτε καπετάνιε,
Τουρκιά πολλή μας πλάκωσε και θέλει να μας φάη.
Ρίχνει τα τόπια σα βροχή, τα βόλια σα χαλάζι.
Ο Γιώργης τότ’είχε χαθή, και πλέον δεν τον είδαν…

πηγές: